Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Για ένα σπίτι στη θάλασσα (PART I)

3 μήνες μετά. Κάθεται μόνη της στο bar του Four Seasons. Το πιάνο σπαράζει να μην αφήσει τη νύχτα γυμνή. Σκέφτεται ότι θα ήθελε να γνωρίζει περισσότερα για το πιάνο, αφού από όλη τη βραδιά ξεχώρισε μονάχα δυο-τρία κομμάτια. Ξαφνικά αναγνωρίζει το επόμενο κομμάτι. Debussy. Claire de lune. Πονεί την ψυχή της το ίδιο κάθε φορά που το ακούει. Σεληνοφώς, που εισχωρεί από τις χαραμάδες για να φωτίσει σκοτεινιασμένες ψυχές. Ένα ρόδο γεννιέται στο μάγουλό της και ρίχνει τη σκιά του πριν να το προσέξει κανείς, ούτε καν η ίδια. Απόψε φορεί ένα λευκό ξώπλατο δαντελωτό φόρεμα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το χιλιοφιλημένο από τον ήλιο κορμί της. Μοιάζει κάπως χλωμή αλλά το κόκκινο Guerlain κοκκινάδι της κάνει να μοιάζει ότι κυλά αίμα στις φλέβες της. Πόσο απατούν τα φαινόμενα.

Ένα καινούριο Red Berries Mojito ξετυλίγεται μπροστά της. Είναι σίγουρη ότι δεν παράγγειλε ακόμα ένα, παρόλα τα προηγούμενα που είχε κατεβάσει την τελευταία ώρα.

- Αξίζει μια θέση στην κόλαση σε αυτόν που σε έχει πληγώσει.

Χάνει τη λαλιά της. Μονάχα για μια στιγμή όμως.

- Στην πιο πύρινη θέση της κόλασης, διορθώνει εκείνη.

Βλέπει τον άντρα που τόλμησε να αναταράξει τη γαλήνη της και να την αναγκάσει να εδραιώσει επαφή με την πραγματικότητα. Είναι ένας ηλικιωμένος άντρας, ένα γερ(οντ)άκι όπως θα έλεγαν και οι φίλες της. Υπό κανονικές συνθήκες θα αρνιόταν το ποτό και ίσως να μισόβριζε στα ισπανικά μέσα από τα δόντια της. Κάτω υπό άλλες συνθήκες όμως. Και απόψε δεν νιώθει κανονική. Κανονική όπως άλλοτε εννοείται. Απόψε έχει δολοφονικές διαθέσεις.

Το γεράκι φαίνεται εύπορος, πολύ μάλιστα. Έχει κύρος και ο πλούτος κάνει τον καθένα γοητευτικό... και sexyyyy! Συζητούν για λίγο. Τη γοητεύει που ξέρει τόσα για το πιάνο. Και ακόμα περισσότερο τη γοητεύει που μπορεί να είναι όπως αυτή θέλει, μπορεί να πει ό,τι θέλει και ακόμα να συμπεριφερθεί όπως θέλει, χωρίς καθωπρεπισμούς και ανούσιες απαγορεύσεις. And as disturbing as it is to watch her every movement in that way, somehow that thrills her. Τα δωδεκάποντα της τσακίζουν τα πόδια. Απλούστατα she takes them off. The sensation is incredible. Το γυμνό πάτωμα κάτω από τα πόδια της την ερεθίζει και αρχίζει να χορεύει. Πλησιάζει τον πιανίστα και ξαναζητά το τραγούδι που της προκαλεί ρίγη. Και αραδιάζει της θεωρίες της για τη συγγραφή του κομματιού, ότι θα το έγραψε για μια γυναίκα που του θυμίζει το σεληνοφώς, μυστηριακή, μαγευτική, δαιμονική. Και έφτιαξε ένα κομμάτι που είναι σε απόλυτη αρμονία με τη ψυχή. Εννοείται that he didn´t get the chick, cos good guys never win, but Debussy did manage to give birth to a masterpiece. Μετά την παράστασή της καληνυχτίζει ευγενικά το εγκάρδιο γεράκι και αποσύρεται, βγαίνει αθόρυβα από την πόρτα και γίνεται ένα με το σεληνοφώς.

Την άλλη μέρα πάει στην παραλία. Χαμένη στις σκέψεις της μαζεύει βότσαλα και απολαμβάνει να πατά πάνω στο άσπρο χαλί που ξετυλίγουν τα κύμματα σε κάθε της βήμα. Το αγόρι για τις ομπρέλες και τα κρεβατάκια την πλησιάζει και της δίνει κάτι. Είναι η παρτιτούρα από το ψεσινό κομμάτι με το χειρόγραφο μήνυμα: Συνάντησε με στο beach bar.

Εκείνος τη βλέπει από μακριά. Μοιάζει σαν αιθέρια ύπαρξη με το μωβί καφτάνι της, τόσο διάφανο σαν αραχνοϋφαντο πέπλο. Τα κόκκινα της μαλλιά του θυμίζουν τη Δεισδαιμόνα, δεν ξέρει καν γιατί έκανε αυτό τον παραληρισμό μες το μυαλό του.

Τι έχει να χάσει στο σημείο της ζωής της που βρίσκεται τώρα. Άσε που η περιέργεια τη σκοτώνει. Έτσι, αποφασίζει να πάει στο bar. Her best friend always told her that when she wants to do something, she just does it. She knew that was true, but it didn´t even ever bothered her. Κάθεται στο bar, κρατώντας στο ένα χέρι την παρτιτούρα και στο άλλο μια χούφτα γεμάτη βότσαλα και άμμο.

- Ποιος είναι ο θησαυρός σου σήμερα? τη ρωτά και της προσφέρει ένα μάνγκο μοχίτο.

- Δε ξέρω ακόμα, θα σου πω σε λίγο, απαντά αυτή με τον γνωστό παιχνιδιάρικο της ύφος που υπόσχεται πολλά αλλά δε δίνει τίποτα.

............................................................................

Είχε πια πάρει τις πληροφορίες της. Το γεράκι ήταν ιδιοκτήτης γνωστότατης ναυτιλιακής γιγαντοεπιχείρησης με μετοχές στα μισά ξενοδοχεία και κτηματομεσιτικά σε πολλά (μα πάρα πολλά) μέρη. Τώρα μπορούσε άνετα να καταστρώσει το σχέδιό της. Στην τελική ανάλυση (όπως αναλώθηκε σε άπειρες συζητήσεις με τις κολλητές της Γκρασιέλλα, Μιλάγκρος και Εμανουέλλα) δεν έκανε κάτι κακό. Μπορούσε να βρει στην αγκαλιά του γεροντάκιου αυτά που πάντα επιθυμούσε -ασφάλεια, προστασία και στοργή- και η ίδια να του προσφέρει τον εαυτό της για να τον διαχειριστεί ο ίδιος όπως ήθελε. Την εξίταρε ο τρόπος που την κοιτούσε και την ποθούσε. Να σημειωθεί ότι της έκανε κάθε χατήρι. Ίσα που πρόλαβε να του αναφέρει σε μια συζήτησή τους ότι στεναχωρέθηκε που δε τα κατάφερε να δει την έκθεση του Μιρό και αυτός την επόμενη μέρα της έκανε δώρο ένα ταξιδιωτικό εισητήριο για την Barcelona. Ήταν σίγουρη ότι δεν τον αγαπούσε. Πώς θα μπορούσε άλλωστε αφού το γεράκι θα είχε την ίδια ηλικία με τον παππού της -αν ήταν ζωντανός. Ίσως και αυτός να το ήξερε κατά βάθος. Αλλά δεν είχε σημασία, γιατί τον έκανε να νιώθει ζωντανός και η ίδια αποτελούσε μια γυναίκα τρόπαιο. Ήταν βέβαια αδάμαστη και άγρια σα το διάβολο, δεν ήταν καν σίγουρος αν θα μπορούσε ποτέ να τη δαμάσει, αλλά έκανε την καρδιά του να νιώθει χίλια χρόνια πίσω και να ελπίζει σε ακόμα τόσα, και αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία.

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Έστω και αν αυτή ήταν εναντίον του γάμου, ήξερε ότι σε αυτό δε μπορούσε να φέρει αντίρρηση. Σε μια βδομάδα βγήκαν τα προσκλητήρια. Δεν ήθελε να ασχοληθεί ιδιαίτερα με το γάμο, το μόνο που δέχτηκε να κάνει με χαρά ήταν να βρουν το νυφικό και τα φορέματα για την τριάδα: Γκρασιέλλα, Μιλάγκρος και Εμανουέλλα. Ειδικά αφού όλα ήταν με την ευγενική χορηγία του γεροντακιού. Τα κορίτσια ξετρελλάθηκαν από τη χαρά τους. Όλες αγόρασαν το φόρεμα του σχεδιαστή που ήθελαν. Το νυφικό ήταν Vera Wang με ένα εξαίσιο μπούστο ραμμένο με swarovsky -μες την υπερβολή δηλαδή αλλά πάντα της άρεσε αυτό. Υπερβολική με τις απολαύσεις, το φαγητό, τις ηδονές, τον έρωτα. So, why not then? Anwz, she could afford EVERYTHING! Ο χώρος κάτω από το ξενοδοχείο που γνωρίστηκαν ήταν γεμάτος άσπρες ορχιδέες και κίτρινα τριαντάφυλλα. Ο πεζόδρομος της παραλίας είχε γεμίσει από μαύρα κοστούμια και πολύχρωμες τουαλέτες. Ευτυχώς, η μόνη παραχώρηση που της δόθηκε ήταν ο γάμος να μη γίνει σε εκκλησία αλλά πάνω στην αμμουδιά. Η αγορά των Giuseppe Zanotti ήταν παντελώς άχρηστη, αφού αμέσως μετά το I do, έβγαλε τα παπούτσια, φίλησε το γεροντάκι -νυν σύζυγο- και άρπαξε ένα ποτήρι σαμπάνια. Μετά ακόμα ένα, και ακόμα μερικά. Τα κορίτσια χασκογελούσανε και λέγανε την ιστορία για τότε που η αστυνομία σταμάτησε τη Γκρασιέλλα με το κάπριο στο παλιό λιμάνι, ο αστυνομικός ζητούσε την άδεια οδηγού, εκείνη δεν την είχε και η ταυτότητά της κόλλησε μέσα στο πορτοφόλι και δεν έβγαινε. Όμως αυτή ήταν αφηρημένη. Το βλέμμα της εδώ και ώρα -ακόμα πριν από την τελετή- περιπλανιόταν πάνω σε ένα νεαρό άντρα. με αυτόν μάλιστα, θα μπορούσε να φανταστεί ΑΝΕΤΑ τη γαμήλια νύχτα, ξανά και ξανά και ξανά. Το παράδοξο ήταν ότι την έβλεπε και αυτός, με ένα φλογισμένο βλέμμα πρωτόγνωρο για εκείνην. Και οι ματιές τους αντρικατόπτριζαν η μια την άλλη για άπειρα δευτερόλεπτα.


Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Somewhere only we know

I'm gonna say this and I don't even care how paranoid it may sound to some. Μερικές φορές νομίζω ότι οι άνθρωποι είναι ένας παρασιτικός λαός που κάποιο γενετικό τυχαίο λάθος στην εξέλιξη τους έκανε να κυριαρχήσουν σήμερα τον πλανήτη, και το πιο πιθανό να τον οδηγήσουν στη καταστροφή and noooo, I don't have any kind of resemblance with hat mad guy in Life or Something Like it, although this is Something Like it.

People are mean, and miserable, and jealous, and hateful, and hurt each other, and fight all the time, and evil and a million things that don't come to me at this istance. And I am one of them...

Κάποιοι που με γνωρίζουν θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι είμαι καλή (WHATEVER that means)και πρόσχαρη και γελαστή και μη καχύποπτη και συνήθως εύθυμο άτομο (άσχετα αν μιζεριάζω frequently in my blog, but this is like a virtual reality ain't it? So it doesn't count a lot I reckon). Αλλά εγώ θυμάμαι κάποτε που ήμουν πραγματικά ανύποπτη σχετικά με την αθλιότητα του είδους μας. Τότε που πήγαινα στο σχολείο με τον αγαπημένο μου τεράστιο πράσινο πουά φιόγκο στα μαλλιά δίχως να με νοιάζει αν θα με κοροίδευαν τα άλλα παιδιά. Τότε που έτρωγα κερασια και έκανα διαγωνισμό για το ποιος θα φτύσει πιο μακριά το κουκούτσι (wait, I still do that). Τότε που ξετρύπωνα κρυφά το οικογενειακό album με τις αδερφές μου και κάναμε χάζι η μια την άλλη. Τότε που η νονά μου μού έφτιαχνε ψωμί βρεγμένο με ζάχαρη και βούτυρο και ήταν η πιο νόστιμη λιχουδιά του κόσμου. Τότε που ξεγεννούσα τις γάτες μου στο γκαράζ (not as disgusting as it sounds) ή τότε που ξυπνούσα στις 5 το πρωί για να πάω στο εκκολαπτήριο να ελέγξω αν βγήκαν τα παπάκια από τα αβγά τους. Τότε πραγματικά δε φοβόμουν τίποτα (μονάχα το σκοτάδι).

Αυτοί οι καιροί πέρασαν, δε ξέρω που πήγαν και τρέμω που ξέρω ότι δε θα ξαναέχω τέτοιες μέρες ποτέ ξανά. Και νομίζω ότι φοβάμαι -όχι μόνο τα αόρατα τέρατα που βλέπω με τα μάτια της φαντασίας μου και όλα όσα έχω δει στους X-Files- αλλά τους ανθρώπους. Τις προάλλες ήμουν μόνη (νόμιζα τουλάχιστον) σε μια ερημική παραλία, ώσπου ξεπετάγεται ένας καταραμένος τυχάρπαστος αχάπαρος α******* ηλίθιος (μακάρι να εθώρουν το Χάρο τίτσιρο δηλαδή) και ευτυχώς που ήταν εκεί ένα γεροντάκι να τον τρομάξει. Δε μου αρέσουν οι (περι, περισσότεροι) άνθρωποι. People are sooo unreliable!

Aaaa, and it seems I found out why it hasn't worked out with him. He stopped l(oving)iking me the moment I stopped being fun. Μάλλον κάποιο άτομο σταματά να είναι fun μόλις ζητήσει λίγα περισσότερα πράγματα -ίσως και περισσότερα από ό,τι του αξίζουν- αλλά what do I care?!

Αναρωτιέμαι που να πάω. Και είναι ένα αίσθημα διαφορετικό από αυτό του όταν νιώθεις φυλακισμένος κάπου. It's something totally different. It's like there isn't any more places to go, there isn't anywhere else. This is it...

Και τραγουδώ Keane...
Oh simple thing where have you gone
I'm getting old and I need something to rely on
So tell me when you're gonna let me in
I'm getting tired and I need somewhere to begin

This could be the end of everything
So why don't we go
Somewhere only we know?

Μακάρι τα τέλη να ήταν τόσο όμορφα, αλλά υποθέτω ότι δε θα μάθουμε μέχρι να φτάσει ένα από αυτά.